Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Οικογένια Χωραφά

Αυτή μαθήτρια του Μαρωνίτη, αυτός τραγουδοβραχνοκόκορας, και ο γιος τους έμαθα θέλει να πάρει μαχαίρι για να κατέβει να με σκοτώσει επειδή έκανα αρνητική κριτική σε ποιήματα της μάνας του... Και οι γονείς τον στηρίζουν... Παίξε το μπασκετάκι σου μωρό μου, και άμα βρείτε χρόνο πηγαίνετε σε κανένα ψυχίατρο οικογενειακώς. Και σεξ σας λείπει και μυαλό σας λείπει και άλλα πολλά. Και δεν πειράζει που δεν ψηφίζετε Χρυσή Αυγή. Θα ψηφίσετε όταν έρθει η ώρα. Αλίμονο από τους μαλάκες που έρχονται να σας βλέπουν να σας συγχρωτίζονται και να πληρώνουν και εισιτήριο.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Καλύβες

Το ωτομοτρίς ασημογάλαζο με κατέβασε Προφήτης Ηλίας. Με περίμενε η θεία η Καλλιόπη. Γιατί με έστελναν; Ποιο ήταν το επιχείρημα; Μάλλον τα παράπονα της μάνας μου ότι είμαι ζωηρός. Με ένα ωραίο σακιδιάκι αθηνέϊκο, δεύτερο χέρι, κυλινδρικό γαλάζιο που είχε ένα σκοινί κι έσφιγγε στη μια πελυρά. Τα εισητήρια του τρένου ήταν από χοντρό χαρτόνι καφέ κι άκουγες το κρακ με το ειδικό μηχάνημα που τα τρυπούσε ο ελεγκτής με το περίκομψο πηλήκιο. Τότε δεν υπήρχε ακόμα η σύνδεση του σταματημένου τρένου με τον Καχτίτση. Μα εγώ πριν καν τα διαβάσω τα έζησα κατάσαρκα. Αφού σκούπισα το μάγουλο από το σάλιο του φιλιού της θείας τραβήξαμε για την παραλία στις καλύβες. Εκείνη κι θείος ο Μπάμπης ο αυστηρός πήγαιναν χρόνια κάθε καλοκαίρι. Είχαν δική τους καλύβα. Το πρώτο ήταν ότι μέσα η άμμος δεν έκαιγε. Δρόσιζε το ποδαράκι σου άμα είχες περπατήσει την παραλία με την αμμουδιά. Μετά το φαί. Αυγά με ντομάτα γιατί είχε γκαζιέρα και μαγείρευε. Αυτό θυμάμαι. Νερό η βίκα. Από που το έφερναν δεν κατάλαβα. Κάποιο πηγάδι εκεί κοντά. Κατά το βράδυ μετά το μπες βγες όλη μέρα στο νερό σου έδιναν και το φανελάκι το λευκό το αμάνικο. Μετά η νύχτα. Με το ένα φως κάθε καλύβα με τα εμαγιέ πιάτα με το κορμί που απέδιδε τη ζέστη που είχε φάει όλη τη μέρα. Τις πρόλαβα τις καλύβες. Αλλά γιατί με έστελναν; Μάλλον για να με τυραννάει η μνήμη τώρα. Μάλλον για να λάμπει η πρόθεσή τους ότι ήταν καλή, αλλά κάτι την έκανε από κοντά βία. Για να μην διαβάζω βιβλία και να απασχολούμαι γιατί στη μάνα μου είχαν κάνει κακό. Γιατί έτσι ήξεραν να λένε σ΄αγαπώ. Γιατί;

Θέμα και παραλλαγές

Σε μισώ μητέρα γιατί ήξερες. Γιατί μου γέμισες τη μνήμη παγίδες δακρύων κι αγάπης για όταν δεν θα υπήρχες. Δεν με πήγες σαν τη μητέρα του Μάρκες πίσω, δεν βρήκες μια παλιά γειτόνισσα ν' αγκαλιαστείτε και να κλαίτε, όλα τα κλάματα τα χρέωσες σε μένα. Το φωτογραφείο στα γενέθλια που μου έφερνε τόση ντροπή, το Θοδωράκη τον Κινηνή, να με ψάχνει μέσα στη νύχτα στον Ανεμόμυλο για την καψούρα σου. Σε μισώ ακόμα για εκείνη τη γυναίκα τη σκυμμένη, που όσο ζούσες δε μιλιόσασταν, κι ήρθε στην κηδεία σου για να με τιμωρήσει μ' ένα ολόκληρο μυθιστόρημα των ανθρώπων που δεν είχαν δρόμο για τη συγγνώμη τους. Σε μισώ γιατί ένα στα εκατό παιδιά παίρνει στα σοβαρά της κυκλοφορία στις φαντασιώσεις των γονιών του και μ' έκανες ένα από αυτά, χρεοκοπημένο λέξεις και τυραννία μνήμης. Σε μισώ για τα χιλιάδες γράμματα στην Αυστραλία και τον Καναδά που είναι μια εποποιία, ένα μυθιστόρημα ποταμός μεγάλο όσο ο Χαμένος Χρόνος του Προυστ που ποτέ δεν θα αντέξω να γράψω. Σε μισώ για την αφθονία των σ' αγαπώ που έσπειρες ανάμεσα σιωπής και γραφής γιατί από ντροπή δε μπορούσες να τα μιλήσεις. Σε μισώ για το Χήθκλιφ και τον Κουασιμόδο, κι όλους τους αμίλητους έρωτες του κόσμου.Σε μισώ γιατί μ' έκανες να ψάχνω το ποίημα στα τρέχοντα περιστατικά και να το βγάζω με εμβρυουλκό στην επιφάνεια της γραφής. Μα πιο πολύ σε μισώ που με άφησες να δω την τρέλα χωρίς να πέσω μέσα της, κι έφτασα να το δω γραμμένο στα ημερολόγια του Γκίνζμπερκ για να το καταλάβω. Σε μισώ γιατί είχες την τεράστια βεβαιότητα ότι είμαι ο αγαπημένος, βεβαιότητα τόση που να σε βρίσκω στα μάτια εκείνων που στο μίσος τους έμοιαζα άτρωτος. Γι αυτό σε μισώ. Γιατί με έκανες αισθηματία κι άτρωτο.

Αφιερωμένο

Ραδιοφωνικός σταθμός Αμαλιάδος, ακούσατε το κήρυγμα της εβδομάδος από τον αρχιμανδρίτη Γερμανό Παρακευόπουλο. Προορισμός το χωριό του αρχιμανδρίτη, οικία Μανεσιώτη, με το ποδήλατο από Ευαγγελίστρια Προφήτης Ηλίας Σφαγεία Ραδιοφάρος, Ασβεσταδικό, Τουβλάδικο, η ταβέρνα του Τιμολέα που ήρθε ο θείος από τον Καναδά και χορεύαμε Γκελμεντέμ, του Παπαϊωνάννου, οικία Μανεσιώτη, το τελευταίο σπίτι το ψηλό δεξιά στο δρόμο, ο θείος Δημητράκης πράος σαν άλλου κόσμου επί πώλου όνου, και πάλι πίσω απόκριες με ωραίο καομπόϋκο καπέλο και οπλοθήκη και η σκιά σου στο δρόμο, πορόμ πομ πομ προμπορομπομπέρο περό και πάλι πίσω στο πρώτο καλοκαίρι από την Αθήνα, που πήγαμε ταβέρνα και τα ήπιαμε και πιο πολύ ο Γαβρίλης, ο τσιγγάνος πριν τον σαλέψει η κόντρα ομορφιάς και καταγωγής, εφτά χιλιόμετρα μες στη νύχτα να κατουράμε στους τράφους τη μπύρα που είχαμε πιει το καταπέτασμα. Που πήγα έτσι ένα μεσημέρι Κυριακής κι είχα κόψει τον ξάδελφο το μεγάλο από την πράξη κι έβλεπα από τις σχισμές ανάμεσα στα κουμπιά τη γυμνή της σάρκα κι αυτός προσπαθούσε να κρύψει το φρέσκο λεκέ στο κρεβάτι... Κι ακόμη στο τρύγο που άπλωνα σταφίδα στο αλώνι και λερώθηκα και με άφησαν με το σωβρακάκι να μου πλύνουν το παντελόνι κι είμουνα μέσα το άγχος σαν απροστάτευτος. Τώρα περνάω για το Λατίφι που είχε έρθει ο Κόκοτας και τρέχαν πλήθη λαών να τον ακούσουν για ένα βράδυ. Το Γερμανό τον είδα στο δεσποτικό στην τηλεόραση ένα Πάσχα πριν την ακολουθία της Ανάστασης, με τα μεγάλα φρύδια και τα καταστρόγγυλα μάτια του με κάποιαν αύρα από τότε που νέος έπαιρνε το λεωφορείο για Καρδαμά.

Κογιοακάν

Σβορώνος, Κονταριώτισσα Βροντού, Καρίτσα, Νεοκαισάρια, βρώμικα στην καντίνα πριν το μπαρ στη Πλάκα, δόκιμε, να πεθάνω θέλω. Έσκυψα στο τζάμι κι έπαιζε το μου ' φαγες όλα τα δαχτυλίδια, πάει το τραγούδι, παλιό δηλητήριο, παίζαμε Ντιέγο Ριβέρα και Φρίντα Κάλο και δεν το ξέραμε. Δύσκολο καλοκαίρι με τον ασύρματο συχνότητα σαράντα, τραζιστοράκι να φωνάζει από μέσα η αστυνομικός, φανταράκι ζορίζεσαι; Ξέρουν οι σκοπιές από πάθος αμίλητο που θα γίνει ποιήματα πολύ αργότερα στο δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας. Φρίντα θα σου έλεγα πονάμε και σωπαίνουμε και ιδρώνουν εικόνες αγίων από αγωνία. Αλίμονο σ' εκείνον που από επιφύλαξη δεν είπε. Θα πάρει αμίλητο στον τάφο του που δεν αξιώθηκε αυτού του κόσμου. Αντιστεκόμενοι στο κλάμα μάθαμε ευγένεια. Που σ' αγαπούσα ολόσωμος και δεν ήταν. Κανένα λεωφορείο δεν έφερνε πια τίποτα. Δεν έπρεπε να συναντηθούμε και η μοίρα έπαιξε σωστά. Η αγάπη πέφτει σαν προβολέας που σαρώνει άδεια στρατόπεδα. Χασαποταβένες, περίπτερα με πολύχρωμα σωσίβια, γούνες, λαϊκή τέχνη, λούνα παρκ. Όπως θέλετε πάρτε το μα κάποτε ερωτεύτηκα ένα κορίτσι που έμοιαζε στη Φρίντα Κάλο. Ίσως να με ερωτεύτηκε κι αυτό, πότε δεν έμαθα ποτέ δε ρώτησα έγραψα μόνο. Και τώρα γράφω για να πω ότι έγραψα. Que no hubo sol para nosotros. Κογιοακάν θα πει δόκιμε, γάμησέ τα και μην τα ψάχνεις.

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Τετάρτης Ιουλίου

Ορφανές του ποιήματος


Κι εκεί που στήθηκε η βαμπ
για τη φυλλάδα του αδελφάτου
φαλτσάρει λίγο η φωτογραφία
και βλέπεις λαϊκό προάστιο στο βάθος
με τα βυζάκια της στην πλάτη του
σε μηχανάκι πισωκάπουλα
γκαζιές ως κάτω
στη ναυπηγοεπισκευαστική
που να μυρίζει από μουνάκι υγραμένο
και στουπί πετρέλαιο.
Αχ κόρες της Στέφης
και δεν ξέρετε τη Στέφη
κόρες της Πέτρου Ράλλη
ορφανές του ποιήματος.


Καλύβες
Το ωτομοτρίς ασημογάλαζο με κατέβασε Προφήτης Ηλίας. Με περίμενε η θεία η Καλλιόπη. Γιατί με έστελναν; Ποιο ήταν το επιχείρημα; Μάλλον τα παράπονα της μάνας μου ότι είμαι ζωηρός. Με ένα ωραίο σακιδιάκι αθηνέϊκο, δεύτερο χέρι, κυλινδρικό γαλάζιο που είχε ένα σκοινί κι έσφιγγε στη μια πελυρά. Τα εισητήρια του τρένου ήταν από χοντρό χαρτόνι καφέ κι άκουγες το κρακ με το ειδικό μηχάνημα που τα τρυπούσε ο ελεγκτής με το περίκομψο πηλήκιο. Τότε δεν υπήρχε ακόμα η σύνδεση του σταματημένου τρένου με τον Καχτίτση. Μα εγώ πριν καν τα διαβάσω τα έζησα κατάσαρκα. Αφού σκούπισα το μάγουλο από το σάλιο του φιλιού της θείας τραβήξαμε για την παραλία στις καλύβες. Εκείνη κι θείος ο Μπάμπης ο αυστηρός πήγαιναν χρόνια κάθε καλοκαίρι. Είχαν δική τους καλύβα. Το πρώτο ήταν ότι μέσα η άμμος δεν έκαιγε. Δρόσιζε το ποδαράκι σου άμα είχες περπατήσει την παραλία με την αμμουδιά. Μετά το φαί. Αυγά με ντομάτα γιατί είχε γκαζιέρα και μαγείρευε. Αυτό θυμάμαι. Νερό η βίκα. Από που το έφερναν δεν κατάλαβα. Κάποιο πηγάδι εκεί κοντά. Κατά το βράδυ μετά το μπες βγες όλη μέρα στο νερό σου έδιναν και το φανελάκι το λευκό το αμάνικο. Μετά η νύχτα. Με το ένα φως κάθε καλύβα με τα εμαγιέ πιάτα με το κορμί που απέδιδε τη ζέστη που είχε φάει όλη τη μέρα. Τις πρόλαβα τις καλύβες. Αλλά γιατί με έστελναν; Μάλλον για να με τυραννάει η μνήμη τώρα. Μάλλον για να λάμπει η πρόθεσή τους ότι ήταν καλή, αλλά κάτι την έκανε από κοντά βία. Για να μην διαβάζω βιβλία και να απασχολούμαι γιατί στη μάνα μου είχαν κάνει κακό. Γιατί έτσι ήξεραν να λένε σ΄αγαπώ. Γιατί;
Θέμα και παραλλαγές
Σε μισώ μητέρα γιατί ήξερες. Γιατί μου γέμισες τη μνήμη παγίδες δακρύων κι αγάπης για όταν δεν θα υπήρχες. Δεν με πήγες σαν τη μητέρα του Μάρκες πίσω, δεν βρήκες μια παλιά γειτόνισσα ν' αγκαλιαστείτε και να κλαίτε, όλα τα κλάματα τα χρέωσες σε μένα. Το φωτογραφείο στα γενέθλια που μου έφερνε τόση ντροπή, το Θοδωράκη τον Κινηνή, να με ψάχνει μέσα στη νύχτα στον Ανεμόμυλο για την καψούρα σου. Σε μισώ ακόμα για εκείνη τη γυναίκα τη σκυμμένη, που όσο ζούσες δε μιλιόσασταν, κι ήρθε στην κηδεία σου για να με τιμωρήσει μ' ένα ολόκληρο μυθιστόρημα των ανθρώπων που δεν είχαν δρόμο για τη συγγνώμη τους. Σε μισώ γιατί ένα στα εκατό παιδιά παίρνει στα σοβαρά της κυκλοφορία στις φαντασιώσεις των γονιών του και μ' έκανες ένα από αυτά, χρεοκοπημένο λέξεις και τυραννία μνήμης. Σε μισώ για τα χιλιάδες γράμματα στην Αυστραλία και τον Καναδά που είναι μια εποποιία, ένα μυθιστόρημα ποταμός μεγάλο όσο ο Χαμένος Χρόνος του Προυστ που ποτέ δεν θα αντέξω να γράψω. Σε μισώ για την αφθονία των σ' αγαπώ που έσπειρες ανάμεσα σιωπής και γραφής γιατί από ντροπή δε μπορούσες να τα μιλήσεις. Σε μισώ για το Χήθκλιφ και τον Κουασιμόδο, κι όλους τους αμίλητους έρωτες του κόσμου.Σε μισώ γιατί μ' έκανες να ψάχνω το ποίημα στα τρέχοντα περιστατικά και να το βγάζω με εμβρυουλκό στην επιφάνεια της γραφής. Μα πιο πολύ σε μισώ που με άφησες να δω την τρέλα χωρίς να πέσω μέσα της, κι έφτασα να το δω γραμμένο στα ημερολόγια του Γκίνζμπερκ για να το καταλάβω. Σε μισώ γιατί είχες την τεράστια βεβαιότητα ότι είμαι ο αγαπημένος, βεβαιότητα τόση που να σε βρίσκω στα μάτια εκείνων που στο μίσος τους έμοιαζα άτρωτος. Γι αυτό σε μισώ. Γιατί με έκανες αισθηματία κι άτρωτο.

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Συλογισμοί

Η δρόμοι για τη νήψη είναι όσες κι οι ζωές
λάθος μας είπαν πως είναι ένας μονάχα
ο τρόπος είναι ένας, να κι από τη ματαιοδοξία
την κληρονομημένη απ' τα κωλόπαιδα
της προηγούμενης γενιάς πριν από μένα
έρχεται η φωνή του γέροντα και προκαλεί
να μη μιλάτε όταν σαν αδίκησαν γιατί εσείς
πρέπει να ζείτε εσταυρωμένοι μες στον κόσμο...
Τί πρόκληση αλήθεια και ποιοι είναι αυτοί
που όχι μόνο το μπορούν αγόγγυστα
μα το αναλαμβάνουν κι όλας επιθετικά;
Από καθαρή ματαιοδοξία των εσταυρωμένων
της καθημερινής ζωής μ' έπιασε ο δρόμος
από ανταγωνισμό στους μοναχούς κι είπα
από σήμερα υπάρχει εγγυητής των ονομάτων
κι ένα ευχαριστώ προς τα κωλόπαιδα
που μες στη μαλακία που τους έδερνε
μου δώσαν την εσχάτη ανωτερότητα
να ζω εσταυρωμένος μες στον κόσμο


Η Μπαλάντα της Ροής του χρόνου

Όποιος γελάει τώρα γελάει τελευταίος
με τον καθρέφτη του κυρίως όχι τους άλλους
ξέρει πως είναι του θανάτου κλέφτης
που με ανάσες πάντα δε θα τον νικάει
σ' ένα κρανίο ελπίζει άδειο και με χώρο
να χωρέσει τη φωλιά σε δυο πουλιά
να κελαηδούν στο χώμα που τον έχει φάει
γαμάς ή δε γαμάς φίλε μου, ο καιρός περνάει

Του είπαν πως θα πεθάνει κι όχι θα γεράσει
πως τα οστά του θα διαλυθούν σε πόνο

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Ποστ στο Ποιείν

Στα χρόνια της έκπτωσης της ποιητικής ηθικής η πληροφορία γύρω από την τέχνη της ποιήσεως κυκλοφορεί όπως οι λογισμοί για το μοναχό. Άρα έχουμε και βασιλικό δρόμο αντιμετώπισής τους. Ο μοναχός διαβάζει Ευεργετινό και Αόρατο Πόλεμο, ο ποιητής όττω έρραται. Αυτό που θα άξιζε συζήτηση είναι η αναζήτηση της πολυτιμότητας στην τρέχουσα αγορά. Δηλαδή η αναζήτηση μεγάλου χρόνου και η έγνοια για την διάρκεια του γραπτού. Καθαρή μοντερνιστική φενάκη και λήψη του ζητουμένου.
Ας αφήσουμε το χρόνο να κάνει τη δουλειά του, να επιλέξει αυτός και να μην τον εκβιάζουμε.
Ο εκβιασμός του χρόνου στην ποίηση έφερε το μεταπράτη ερμηνευτή και παρέδωσε την ποίηση που είναι ΄λόγος ομιλίας, άρα αληθινός, στην αυθεντία της πανεπιστημιακής εξουσίας.
Σαφώς η αγορά έχει εξευτελιστεί, σαφώς δεν κυρώνει, αλλά λίγη τεχνολογία σου επιτρέπει να την παρακάμψεις χωρίς να σε εμποδίζει να καταθέσεις στο αρχείο και να ζεις σαν μεγάλος ποιητής στα περίχωρα. Δηλαδή σαν άνθρωπος ελεύθερος από την αγορά με τους μεγάλους νεκρούς ή ζωντανούς ποιητές της καθημερινότητά του και με βήμα ακόμη και μη αρεστού λόγου που η απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο τον φέρνει στην επιφάνεια χωρίς να μπορούν να τον στομώσουν.
Όσο για την Κύπρο λυπάμαι που θα το πω 50% χαμηλότερο επίπεδο γραφής 50% υψηλότερο επίπεδο δημοσίων σχέσεων.
Όποιος γράφει καλά και έξω από κοπάδια αλα γενιά 70, της συνένοχης μετριότητας, αλλά καλά, η ποίησή του θα λάμψει στο μέλλον. Κι όχι μακρινό μέλλον. Αν όχι, ένα ποίημα σε μια ανθολογία θα περισσέψει. Εκτός αν έχει κάποιος βιογραφικά απωθημένα άμεσα που θέλει την ποίηση για κανένα γκομενάκι η γνωριμία, οπότε του αξίζει να σκατώνεται. Αλλιώς όσο πιο μακρυά γίνεται από αυτούς τους κοπρίτες, αλλά όχι σαν αδικημένος, σαν χλευαστής. Αλλά όχι σαν χλευαστής τύπου Ρένος Αποστολίδης, ένα καινούριο είδος, χαμογελαστό με φορά θετικότητας και σθένος για το αρνητικό και τα θεάματα του κόσμου. Προς τη μεριά όπου η ποίηση γίνεται απροσπάθεια και χάρη.
Είναι ντροπή σε μια χώρα που όλοι παίρνουν λιγότερα απόσο αξίζουν κατά κανόνα, να καταδέχομαι να διαμαρτύρομαι εγώ, όποιος εγώ, που ονειρεύτηκε να γίνει ποιητής στα δεκαπέντε και στα εξήντα είναι. Ο τελευταίος των ποιητών, αλλά είναι. Τι να πουν τόσοι άλλοι που δεν έγιναν;
Κύριε Χριστοδουλίδη, η φιλία προϋποθέτει ηθική και η τρέχουσα ηθική των ποιητών δεν επιτρέπει φίλους. Σας εύχομαι ανάλαφρος, με Μούσα που θα σας παρέχει χρόνο και δε θα θέλει δόξες και στον τρίτο δρόμο μεταξύ Γκόρπα και Αποστολίδη, τον οποίον ανοίγω κι εγώ. Ίσως στην επόμενη δεκαετία να έχουμε τους φίλους του Τρίτου δρόμου, που δεν θα ενώνονται μισώντας την αγορά αρνητικά σαν δούλοι, αλλά θετικά με την καύλα τους για σοβαρή ποίηση.

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Αποσιωπητικά



Κι όταν ο επιστήμονας του μέλλοντος
θα εξηγεί πως κάποια πρόσωπα
σαν τον Μανώλη Γλέζο
που η γραμμή της Ιστορίας διάβηκε κατάσαρκα
ζουν όχι μόνο μια ζωή μα τόσες
όσες και οι νεκροί που φέρνουν μέσα τους
και φτάσει εκεί, στο: Κι αν πεθάνω
θα βρει ένα: ναι Τόσκα,
πρόσωπο τρέχον εξουσίας
και στην ιστορία ασήμαντο
που δεν θα αξίζει ούτε μια υποσημείωση
θα βάλει αποσιωπητικά και ίσως όχι
και θα προσθέσει:θα σας κυνηγάει η ύπαρξη μου.