Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Ένα σημείωμα για το Σωτήρη Παστάκα

Τα λίγα αυτά ποιήματα είναι να πούμε τα μοντερνιστικής κοπής, που αντέχουν με κριτήριο τα επόμενα της τελευταίας εξαετίας. Είναι σαφής η προσπάθεια του εκβιασμού του χρόνου πάνω στο υλικό ώστε να μας δώσει τώρα αυτό που επιφυλάσσει το μέλλον του. Ο Παστάκας αποφεύγει να μεταφράσει Μοντάλε, αλλά έργω είναι ο καλύτερος αναγνώστης του στα ελληνικά. Κι ο αμετάφραστος κατά τη γνώμη μου στα ελληνικά Μοντάλε, στα ποιήματα της πρώτης εποχής του Παστάκα θα βρει μοχλό αν κάποτε μεταφραστεί.
Ο Παστάκας βρίσκει το αναμφισβήτητο και προσωπικό πάσο όταν εγκαταλείποντας την απαίτηση του μοντερνιστικού ποιήματος για μεγάλη ενατένιση χρόνου και ακολουθώντας την τάση του να θύει στο παρόν, κάνει το αντίστροφο.
Αφήνει ελεύθερο το χρόνο να αποφασίσει για το διακύβευμα του ποιήματος. Αφήνει τη στιγμή να γίνει Ιστορία χωρίς έγνοια να την φορτώσει χρόνο Ιστορίας. Δηλαδή μια διαδρομή από την αφηγηματική έπαρση στην αφηγηματική ταπεινότητα. Από το φυτό από μάρμαρο για μαρωνίτηδες και βαγενάδες στο χλωρό φυτό που καλεί τον αναγνώστη να προσθέσει τη ζωντανή του θέρμη στον πυρετό του ποιήματος.
Αυτά τα ολίγα και καλή χρονιά σε όλους.
Μακριά από τοξικούς και χειριστικούς ανθρώπους
κι όλα θα είναι καλύτερα.

Ο άνθρωπος που δεν πονούσε όταν πόνεσε

Δεν πρόλαβε να νιώσει τη χαρά ότι πια ήταν ο άνθρωπος που πονούσε και το έλεγε όταν πονούσε κι όχι ο άνθρωπος που δεν πονούσε παρά μόνο πολύ καιρό μετά, γιατί το εσύ στο οποίο πήρε το θάρρος να το ομολογήσει δεν τον πήρε στα σοβαρά και τον ενέπαιξε. Αυτό δεν ήταν και τόσο άσχημο. Διότι αποτέλεσε μια στοιχειώδη και εξ οράνω άμυνα στην εξομολόγηση. Κι έτσι το μάθημα πήρε την εξής μορφή: μπορούμε να λέμε σε όποιον μας πόνεσε ότι μας πόνεσε και μάλιστα εκ του ασφαλούς. Κανένας δεν είναι τόσο δυνατός ώστε να μπορεί να σταθεί στον πόνο που δίνει στον άλλο πρόσωπο με πρόσωπο και να τον αναλάβει. Τώρα ο άνθρωπος που πονούσε και δεν το ομολογούσε θα πρέπει να ψάξει καινούριους ανθρώπους ικανούς να αναλαμβάνουν τον πόνο που δίνουν γιατί τα συναισθήματά του έχουν δευρυνθεί, έχει το αληθινό σθένος του πόνου που του δίνουν πια οι άλλοι και δεν αξίζει να χαραμίζει την παρουσία του σε ανθρώπους που ζώντας μια ζωή δεν κατάλαβαν εκείνο το φοβερόν που λέει ο Δοστογιέβσκης, ότι το κακό δηλαδή το κάνουν οι νομιζόμενοι καλοί. Κι αυτή σκληρή ειλικρίνεια είναι η μόνη που μπορεί να τους ελευθερώσει και να τους αξιώσει να κάνουν επιτέλους το καλό ως καλοί.

Εις το πεντηκοστόν όγδοον του βίου του

Έχω να κάνω πολλούς ευτυχισμένους, είπε,
και δε γίνεται...
Είναι κάπως σαν από κάπου
να μου δόθηκε το πολύ
για να νιώσω πως είμαι άνθρωπος
παναπεί αδυναμία κι απ' τις ευτυχίες.
Γι αυτό κι εγώ διάλεξα φέτος ένα παιδί
που ο χρόνος άδειασε χωρίς πατέρα
και μέσα από αυτό, αγαπημένοι μου,
να σας καλέσω έναν έναν και προς μία
κοινή σε όλους ευτυχία.

Τιμή

Τι τιμή να σε βραβεύει η Ακαδημία Αθηνών
που οι δύο Νομπελίστες και όλοι οι μεταπολεμικοί ποιητές
δεν πέρναγαν απέξω
τον όγδοο χρόνο της κοινωνικής εξαθλίωσης τη χώρας.

Μήτηρ Πάσης Μαθήσεως

Δεν εγείρεται συναίσθημα απωλείας εκεί όπου δεν υπάρχει απώλεια. Απλώς όποιος βλέπει απώλεια τη βλέπει κατά το μέτρο της εξάρτησής του από τη χυδαιότητα της τρέχουσας δημοσιότητας. και μάλιστα χυδαιότητα άπραγη γιατί δεν κυρώνει. Έτσι ενώ εσύ καλοαγαπημένος κι εύχαρις απολαμβάνεις τη ζωή του συγγραφέα που επικοινωνεί οριζοντίως με τα πρόσωπα του θαυμασμού του εν ζωή, διάγοντας βίον λεκτόσπαρτον, ανέφελον και επιθυμητικόν, οι εξαρτημένοι της δημοσιότητας, ανησυχούν μην και αντιστέκεσαι σ' αυτό που τους συντρίβει. Θα δώσω το ένος λεπτού σιγή για τους αναγκεμένους και τους άρρωστους από δημοσιότητα και θα επιστρέψω εκεί όπου υπάρχει ευρυχωρία για σχέδια ατραυμάτιστα από επιθυμίες χθαμαλές και απελπισίες δικαίωσης. Διότι και το κείμενο αυτό αποτελεί δικαίωση της πρόθεσης της γραφής του. Ας το επαναλάβουμε λοιπόν: Δεν εγείρεται συναίσθημα απωλείας εκεί όπου δεν υπάρχει απώλεια... Λυπάμαι αν θα έπρεπε να υπάρχει...

Περί Γεωργίου του Τρίτου της Αγγλίας

Τον έπιασε πονόδοντος σ' ένα λιμάνι της Βραζιλίας, τον βοήθησε, την έφερε στην Ελλάδα και την παντρεύτηκε και του έκανε και δυο αγοράκια. Αυτή κατέβαινε στο Πειραιά για ψώνια ώσπου κάποια μέρα, άφησε τα παιδιά ψώνισε άλλον ναυτικό βραζιλιάνο κι έφυγε κι ο σύζυγος να την ψάχνει... Μετά μας έσκασε και το παραμύθι. Η Βραζιλιάνα δούλευε πουτάνα στο λιμάνι όλη τη βδομάδα και τις Κυριακές, για διασκέδαση, πηδιόταν με τα μεγαλύτερα αδέρφια της που την περνούσαν πολλά χρόνια σε ηλικία.Όπως έλεγε η συχωρεμένη η Γαβριέλα είμαι ιερόδουλος, διότι έτσι εγεννήθην. Όθεν η ροπή βασιλεύει σαν του εξαρτημένου που τρέχει στις ίδιες παλιές αγορές να ψωνίσει μετά ακόμα και πολύχρονη απουσία. Κι αυτό είναι καλό να το ξέρει ο αυτόκλητος σωτήρ που ονειρευεται ιεραποστολικώς να βάλει μια πουτάνα στον ίσιο δρόμο. Όχι μονάχα θα πάρει το νταβατζή της προς τον δρόμον της ροπής της, αλλά θα είναι και θυμωμένη που γίνεσαι χαλασμένο γραναζάκι που τρίζει στην άνοδό της προς το τίποτα. Ανθρώπους με σύνδρομο εκπτώσεως από όσα τους χρωστάει η ζωή δεν βοηθάμε. Διότι μωρό μου, ο Γεώργιος ο τρίτος της Αγγλίας, όταν συνήλθε από την πορφυρίαση έβαλε να εξαφανήσουν όσους τον είχαν δει και βοηθήσει σε στιγμές αδυναμίας. Και μην φαντάζεστε ότι το βασιλιάς και το Αγγλίας υπερθεματίζει. Στην ψωνάρα πάνω, εκεί που έχουμε φτάσει, το βρίσκεις και στο ντεσεβώ του Τλούπα στην αποξηραμένη Κάρλα.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Πρόλογος σ' ένα Εγκόλπιο στίχων του Νίκου Καρούζου

Ο Λορεντζάτος γράφει πως η ποίηση του Καρούζου είναι ασπόνδυλη. Ενώ αυτή έχει εμφανείς σπονδύλους από ηρακλείτεια φυσήγματα. Ο Λορεντζάτος, όπως όλοι σχεδόν οι μοντερνιστές κριτικοί, όσο πιο κοντά μιλάνε στο παρόν, τόσο πιο άστοχοι είναι. Γιατί η σχέση τους με το χρόνο είναι επιβεβαιωτική κύρους και σπανίως έως ολότελα διαπιστωτική. Ο Καρούζος ας πούμε με την καθέτως παράταξη των φραγμέντων του ομολόγησε με τον Άρβο Παρτ στη μουσική, για να πάρω ένα παράδειγμα που περιέχει και την πλάγια έγνοια για τους Πατέρες της Εκκλησίας. Δεν είναι το ασπόνδυλο στον Καρούζο είναι ο κορσές της ευταξίας του μοντερνιστικού ποιήματος που του προσάπτουν. Γι αυτό κι ο καημένος ο Λορεντζάτος μεταφράζει τον Μοντάλε, αλλά αδυνατεί να δει πως ο Μοντάλε και ο Καρούζος είναι δυο απαντήσεις στην μοντερνιστική ποίηση. Και ούτε βέβαια μπορεί να διακρίνει την ΄πίεση του μοτσαρδιανής κοπής έργου του Ελύτη με τον οποίον ο Καρούζος αδιακόπως συνομιλεί. Έχω την τιμή να ανήκω σε μια γενιά που επέβαλε τον Καρούζο στον κανόνα, παρά τη δυσφορία και την δυσανεξία του πανεπιστημιακού λόγου, τα διδακτορικά το δείχνουν, που σωστά και σαφώς βιώνει την απειλή που αποτελούν οι στιγμιαίες αναρρήσεις στο υψηλόν της ποίησής του για το απρόσκοπτο άσκησης της εξουσιαστικής του λήθης που ενέχεται και συνδαυλίζει το μοντερνιστικό ποίημα, όπου στα μη συμφωνημένα υπονοούμενά του εγκαθιστά το φαρισαϊσμό και τον εφησυχασμό, καθότι, όπως είπε ο Λακάν, σπανίως το πανεπιστήμιο εσχάτως παράγει γνώση. Ο Καρούζος είναι το σθένος απέναντι στον ερμηνευτικό αυταρχισμό του μοντερνιστικού ποιήματος.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Μιας Ενάτης Δεκεμβρίου

Από κανέναν πια δε λείπεις, έτσι είναι.
Κι απ' το να πάνε προς μια δόξα πέρα
για εκεί που δεν υπάρχει δεν τους μένει μνήμη
μόνο λιγάκι θάνατος ανάβει προβολέα
κι ύστερα μπροστά, σαν μια γυναίκα
που στον καιρό της αγάπης δεν σ' αγάπησε
και κάπου θα γερνάει τώρα μην την ενοχλείς
γιατί οι άνθρωποι θέλουν να ξεχνούν που δεν αγάπησαν
και τώρα, τώρα που έχεις δει το νόμισμα
κι από τις δυό του όψεις μην ταράζεις
με μέρες μολυσμένες κάτι απωθημένο
εσύ ενός καιρού ο κακοαγαπημένος
που ανέβηκες στην ποίηση πριν κι απ' τον έρωτα.